Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

«Φρικαντέλα»

"ΦΡΙΚΑΝΤΕΛΑ, Η ΜΑΓΙΣΣΑ ΠΟΥ ΜΙΣΟΥΣΕ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ"
Συγγραφέας: ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ

Διασκευή για νήπια: Μάγδα Παπαδάκη


Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ζούσε μια στριφνή, φοβερή και τρομερή, κακή κι ανάποδη μάγισσα που τη λέγανε Φρικαντέλα.

- Σκέτη φρίκη δηλαδή!

Και πού να ακούσετε και το καλύτερο! Η Φρικαντέλα δεν ήταν μία… δεν ήταν δύο… αλλά τρεις! Τρεις; Ναι, τρεις! Τρίδυμες! Οι τρεις Φρικαντέλες!

- Όπως λέμε οι τρεις Χάριτες;

Καμία σχέση! Να, όπως λέμε: τρίτωσε το κακό! Τρεις και η κακή σου μέρα! Ένα τέτοιο πράγμα! Όπως θα έχετε ήδη φανταστεί οι αδελφές Φρικαντέλες ζούσανε σε ένα σκοτεινό, μαύρο κι άραχνο κάστρο, στην άκρη ενός γκρεμού!

Οι αδελφές Φρικαντέλες ήτανε τόσο κακές που μισούνε ό,τι καλό υπάρχει στη γη. Μισούσανε την αγάπη, τη χαρά, το γέλιο, την ελπίδα, τα όνειρα, την τέχνη, τη φαντασία… Τόσο πολύ μισούσαν το καλό που στο σπίτι τους δεν είχαν μπουκαλάκια. Είχαν μόνο μπουκακάκια! Ακόμη και τον καφέ τους δεν τον έπιναν με καλαμάκια αλλά με κακαμάκια! Και βέβαια δεν χόρευαν ποτέ καλαματιανό! Χόρευαν μόνο κακαματιανό! Φυσικά και δεν έτρωγαν ποτέ καλαμαράκια! Έτρωγαν μόνο κακαμαράκια!

Στις αδελφές Φρικαντέλες δεν άρεσαν τα παραμύθια με καλό τέλος αλλά μόνο εκείνα που είχαν κακό τέλος. Κάθε φορά που διάβαζαν λοιπόν ένα παραμύθι που έγραφε στο τέλος: «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», έσκιζαν τη σελίδα και την αντικαθιστούσαν με μία άλλη που έγραφε: «έζησαν αυτοί κακά κι εμείς χειρότερα!» Μα πιο πολύ απ’ όλα οι αδελφές Φρικαντέλες μισούσαν τα κάλαντα!

- Όμως, σε πείσμα του κακού, εμείς θα πάμε να τους τα πούμε!
- Σταματήστε! Α, εσείς δεν καταλαβαίνετε από λόγια! Ε, να λοιπόν:
" Άμπρα κατάμπρα μου!
Σας κάνω αγελάδες του χαμού! "
- Ω, αυτές οι υπέροχες φωνές θα με τρελάνουν! Αν δεν κουνήσω το ραβδάκι μου εγώ, δεν θα δούμε μαύρη μέρα μες το κάστρο αυτό!
" Άμπρα κατάμπρα μπε!
Σας κάνω κατσικάκια στον ρεντέ! "
- Αδελφή Φρικαντέλα τα έκανες ακόμη καλύτερα! Αν δεν αναλάβω εγώ, δε σωζόμαστε απ’ το καλό!
" Άμπρα κατάμπρα πα!
Σας κάνω εγώ παπιά! "
- Σιγά την έξυπνη! Νομίζεις πως μας έσωσες; Στην οικογένεια θαρρώ, η μόνη έξυπνη είμαι εγώ!
" Άμπρα κατάμπρα γάβου!
Μαύρα σκυλάκια του πελάγου!"
- Όλο και καλύτερα γίνονται!
- Δεν έχουμε άλλη λύση!
- Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι;
- Όχι, εγώ σκέφτομαι κάτι ακόμη χειρότερο!
- Όχι, εγώ σκέφτομαι το χειρότερο απ’ όλα!
Να τους ΚΛΕΨΟΥΜΕ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ!
" Άμπρα κατάμπρα σαν γουρούνι στο σακί
κάθε φωνή μες το μπαλόνι να κρυφτεί! "

Έτσι οι αδελφές Φρικαντέλες έκλεψαν τις Φωνές των παιδιών και τις έχωσαν μέσα σε μπαλόνια. Όμως τα παιδιά μας που ήταν πολύ θαρραλέα και … ατρόμητα (!) αποφάσισαν να μπούνε μέσα στο κάστρο και να πάρουν πίσω τις φωνές τους.

Μόλις λοιπόν νύχτωσε για τα καλά και οι αδελφές Φρικαντέλες έπεσαν να κοιμηθούν, τα παιδιά άρχισαν να σκαρφαλώνουν στο μαύρο κι άραχνο κάστρο. 

Και νάτοι! Τα κατάφεραν! Μπήκανε μέσα στο κάστρο! Μπροστά τους ένας μακρύς, σκοτεινός διάδρομος με πέντε πόρτες. Ανοίγουν την πρώτη πόρτα και τι να δουν; Ήταν ένα μεγάλο, άσπρο, κατάλευκο δωμάτιο. Οι αδελφές Φρικαντέλες είχαν φυλακίσει εκεί τις Χιονούλες! Τα παιδία, χωρίς να το σκεφτούν στιγμή, μπήκανε μέσα και τις ελευθέρωσαν. Τότε οι Χιονούλες σκορπίστηκαν στον ουρανό και άρχισαν να χιονίζουν!

Τα παιδιά μπαίνουν στο διπλανό δωμάτιο και τι να δουν; Ήταν ένα μεγάλο, πράσινο, καταπράσινο δωμάτιο. Οι αδελφές Φρικαντέλες είχαν φυλακίσει εκεί τα Έλατα! Τα παιδία ελευθέρωσαν και τα Έλατα, κι εκείνα έτρεξαν στο δάσος και άρχισαν να … φυτρώνουν!

Τα παιδιά ανοίγουν την Τρίτη πόρτα και ένα χρυσό φως βγαίνει από το δωμάτιο. Οι αδελφές Φρικαντέλες είχαν φυλακίσει εκεί τα Αστέρια! Ελευθέρωσαν και τα Αστέρια, κι εκείνα έκαναν τη νύχτα μέρα!

Ανοίγουν τα παιδιά την τέταρτη πόρτα και βλέπουν μπροστά τους μαζεμένα κι αλυσοδεμένα τα Δώρα! Μπαίνουν λοιπόν στο δωμάτιο και σπάνε τις αλυσίδες. Τότε τα Δώρα βγάζουν πόδια και … όπου φύγει φύγει!

Έ, τώρα πια είχε μείνει μόνο μια πόρτα! Την ανοίγουν και τι να δουν! Ήταν ένα μαύρο δωμάτιο με… νυχτερίδες κι αράχνες γλυκιά μου! Οι αδελφές Φρικαντέλες ροχάλιζαν σε μια γωνιά, τα μπαλόνια κρέμονταν από το ταβάνι και τα τρία μαγικά ραβδιά χοροπηδούσαν στο πάτωμα! Όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν τα παιδιά παίρνουν τα μπαλόνια, παίρνουν και τα ραβδιά και…

- Ποιος τόλμησε να με ξυπνήσει κι έβλεπα έναν ωραίο εφιάλτη;
- Α, εσείς είσαστε πάλι καλόπαιδα! Τώρα θα σας δείξω εγώ!
- Ας τους επάνω μου αδελφή! Μα πού είναι το ραβδί μου;
- Φρικαντέλα πες αλεύρι! Το ραβδί σου σε γυρεύει!
- Δώστε μας πίσω τα ραβδιά μας!
- Όχι, δε σας τα δίνουμε!
- Δώστε τα αλλιώς θα σας κάνουμε …
- Πάει η δύναμή σας πάει, κι ό,τι φεύγει δε γυρνάει! Εκτός εάν καθίσετε να ακούσετε τα κάλαντα!
- Αυτό ποτέ!
- Ποτέ μη λες ποτέ!
- ΠΟΤΕ!
- Ε, καλά λοιπόν! Θα τα ρίξουμε στη θάλασσα να τα πάρουν οι νεράιδες των βυθών!
- Μη, μη, μη μας το κάνετε αυτό! Πέστε μας τα κάλαντα να περάσει και ετούτο το καλό!

Μόλις όμως οι αδελφές Φρικαντέλες άκουσαν τα κάλαντα… έγινε κάτι μαγικό! Άλλαξαν! Έγιναν καλές! Ναι, καλά ακούσατε! Καλές! Κι από τότε εξαφάνισαν τα Κακάβρυτα και στη θέση τους έχτισαν τα Καλάβρυτα! Και έπαψαν να λένε κακαμπούρια. Έλεγαν μόνο καλαμπούρια.

Έφτασαν μάλιστα και σε υπερβολές! Έπαψαν να πίνουν κακάο και έπιναν καλάο! Ήταν ένα νέο ρόφημα που το κατασκεύαζαν μόνο αυτές και το κερνούσαν στα παιδιά όταν τους έλεγαν τα κάλαντα!

Και φυσικά τους άρεσαν τα παραμύθια με καλό τέλος. Κι από τότε … έζησαν αυτές καλά κι εμείς… καλύτερα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου